Είδαμε και σχολιάζουμε την ταινία "The Post: Απαγορευμένα Μυστικά."




Μετά από πάρα πολύ καιρό πήγα κινηματογράφο και είδα την νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ The Post: Απαγορευμένα Μυστικά. Η επιλογή έγινε φυσικά με βάση τα “ονόματα” των πρωταγωνιστών (Μέριλ Στριπ, Τόμ Χανκς ) και του σκηνοθέτη που αποτελούν κορυφές του Χόλλυγουντ και της 7ης τέχνης. 

Θεωρώντας ότι είδα μια πολιτική ταινία στην οποία πρωτεύοντα ρόλο παίζει η δημοσιογραφία δεν θα σταθώ σε αυτό καθ' αυτό το τεχνικό κομμάτι της ταινίας, ερμηνείες, κοστούμια, σκηνοθεσία, σενάριο κλπ, αλλά στα μηνύματα που η ταινία εξέπεμψε και πως εγώ υποκειμενικά τα αντιλήφθηκα και τα ερμηνεύω.

Με απλό και καθαρό τρόπο γινόμαστε μάρτυρες για ακόμα μια φορά σε αμερικάνικη ταινία, έγκυρων αποκαλύψεων (που ασφαλώς επιβεβαιώνουν όλη την άλλη πληροφόρηση που υπάρχει από άλλες πηγές), ότι ο πόλεμος στο Βιετνάμ που στοίχισε τη ζωή σε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους (60.000 Αμερικανών) , έγινε για το γόητρο της Αμερικής, εφόσον επί 22 χρόνια η ηγεσία των ΗΠΑ, όλοι οι πρόεδροι που πέρασαν, δημοκρατικοί και ρεπουμπλικάνοι, (Χούβερ, Τρούμαν, Κένεντυ, Τζόνσον), γνώριζαν ότι η εμπλοκή της χώρας τους στην Ινδοκίνα ήταν ένας πόλεμος που δεν θα μπορούσε να κερδηθεί, όπως και έγινε τελικά.

Είναι ακριβώς η ίδια λογική που εδώ και πάρα πολλά χρόνια διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις συνεχίζουν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν ξέροντας πως δεν μπορεί να κερδηθεί συμβάλλοντας έτσι, σε έναν φαύλο κύκλο εξαθλίωσης του λαού του, αλλά και αύξησης της παραγωγής και χρήσης ναρκωτικών, που οι Ταλιμπάν επιβάλουν ελέγχοντας μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αγοράς ηρωίνης με πρόσχημα την αγορά όπλων και συντήρησης στρατού για να πολεμούν τους Αμερικανούς! Ένα πεδίο μάχης με θολό διακύβευμα στόχο και προοπτική, πρόκληση για την παγκόσμια ανθρωπότητα και τον ΟΗΕ, που φαίνεται να ταλανίζει για πολλά χρόνια ακόμα τον κόσμο.

Στις μέρες μας, η δημοσιογραφία θεωρείται από τη διακυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ εχθρός της δημοκρατίας. Μόλις χθες (18-1-2018), ο πρόεδρος των ΗΠΑ “ανακοίνωσε” τους νικητές των δικών του «βραβείων “Fake News”» με τους New York Times να φιγουράρουν στην κορυφή της λίστας όπως και η Washington Post. Στην ταινία που είδαμε συμπτωματικά (;), είναι οι εφημερίδες εκείνες που θα πάρουν το βάρος και την ευθύνη της δημοσίευσης απόρρητων ντοκουμέντων έκθεσης του Πενταγώνου, η οποία αποκαλύπτει τις «βρόμικες» πρακτικές της αμερικανικής εμπλοκής στο Βιετνάμ, αποδεδειγμένα καταδικασμένης να αποτύχει!

Η ταινία ξεκινάει με μια σκηνή στη ζούγκλα, όπου ειδικός απεσταλμένος- αναλυτής καταγράφει, την κόλαση μιας μάχης με δεκάδες πτώματα, ενώ στη συνέχεια, επιστρέφοντας στην πατρίδα αηδιασμένος από τα fake news με τα οποία θα τροφοδοτήσει τον Τύπο ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Robert McNamara, για τα ίδια γεγονότα που συνέβαιναν στον αμερικανικό στρατό στο Βιετνάμ αποφασίζει να διαρρεύσει την έκθεσή του σε δημοσιογράφο των Times, την οποία και δημοσιεύει. Αντιδρώντας η κυβέρνηση Νίξον, προσπαθεί να σταματήσει με “κάθε" τρόπο την δημοσίευση. 

Με αφορμή αυτό το γεγονός, θίγονται και αναδεικνύονται στην ταινία, θέματα ελευθερίας του Τύπου, για το τι είναι δημοσιεύσιμο ή τι πρέπει να παραμείνει απόρρητο, για τις σχέσεις εκδοτών-χορηγών-μετόχων, για την διαρκή αμφιταλάντευση μεταξύ προσωπικού και συλλογικού, για τη θέση των γυναικών σε ένα ανδροκρατούμενο εργασιακό περιβάλλον, για τις “φιλίες” μεταξύ εκδοτών και πολιτικών και την αλληλοεξάρτηση τους. 

Στο διάβα της ιστορίας σχεδόν 50 χρόνια μετά τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην ταινία, βλέπουμε πως παραμένουν πολλά πράγματα ίδια. Οι κυβερνήσεις στις ΗΠΑ ακολουθούν παρόμοιες πολιτικές συνεχίζοντας τις ιμπεριαλιστικές τους επιδιώξεις, ενώ και σήμερα, υπάρχουν οι τολμηροί και αδιάφθοροι που διαρρέουν απόρρητα κυβερνητικά αρχεία, αυτή τη φορά στο διαδίκτυο.
Ένα παιχνίδι ισορροπιών και εντυπώσεων θα έλεγα για να διατηρείται ζωντανή η κατ' επίφαση δημοκρατία στον σύγχρονο κόσμο μας.